Το προσωπικό του ΚΙΕ στην Αθήνα αποτελείται από το διευθυντή, τον υποδιευθυντή και την υπεύθυνη πολιτιστικού προγράμματος. Το έργο τους κατά το ακαδημαϊκό έτος (Σεπτέμβριος – Μάιος) υποστηρίζεται από έναν Υπότροφο και φοιτητές που κάνουν την πρακτική τους άσκηση σε ετήσια βάση καθώς και από έναν ακόμα φοιτητή για την περίοδο Μάιο-Ιούνιο.
Ο Jacques Perreault σπούδασε κλασσική αρχαιολογία (B.A. και M.A) στο Université Laval (Κεμπέκ) και μετά συνέχισε διδακτορικές του σπουδές στην École Pratique des Hautes Études en Sciences Sociales στο Παρίσι. Έλαβε το διδακτορικό του στην αρχαιολογία το 1984 και την ίδια χρονιά έγινε δεκτός στην Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών ως πρώτο μέλος της από Καναδά. Το 1987 διορίστηκε διευθυντής του Καναδικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών. Επιστρέφοντας στο Κεμπέκ το 1992, δίδαξε ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο Concordia, πριν προσληφθεί στο Université de Montréal το 1993 ως διευθυντής του Κέντρου Κλασικών Σπουδών, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 2003. Από το 2014 είναι πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας του Université de Montréal.
Ο Jacques Perreault έχει συμμετάσχει σε πολλές αρχαιολογικές ανασκαφές στη Γαλλία, την Τυνησία, τη Συρία και την Ελλάδα. Σήμερα είναι συνδιευθυντής των ελληνοκαναδικών ανασκαφών στην Αρχαία Άργιλο.
Έχει συμμετάσχει σε πολυάριθμες δημοσιεύσεις. Τα κύρια ενδιαφέροντά του αφορούν τις επαφές μεταξύ Ελλήνων και αλλοεθνών, τις εμπορικές συναλλαγές στην αρχαία Μεσόγειο, τον ελληνικό αποικισμό και την σχετική πολεοδομία, καθώς και διάφορες πτυχές της ελληνικής παραγωγής, ιδίως της κεραμικής. Ο Jacques Perreault διορίστηκε επίτιμο μέλος της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας το 1987 και ανακηρύχθηκε επίτιμος δημότης της πόλης της Αμφίπολης το 2010.
Ο Jonathan Tomlinson είναι κάτοχος πτυχίου Χημείας (1988) και διδακτορικού τίτλου στην Αρχαιολογική Επιστήμη (1991) από το Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ. Η έρευνα του εξετάζει το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού μέσω της προέλευσης της κεραμικής με συνδυασμό χημικής ανάλυσης. Ο Jonathan ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1990 ως φοιτητής στη Βρετανική Σχολή Αθηνών και επέστρεψε το 1991 για να ολοκληρώσει τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της διατριβής του. Αρκετές διεθνείς υποτροφίες του επέτρεψαν να συνεχίσει και να επεκτείνει την έρευνά του, καθώς και να συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα στην Κνωσό, στο Παλαίκαστρο και στα Κάτω Φανά. Έκτοτε ζει στην Ελλάδα και ανέλαβε καθήκοντα Υποδιευθυντή στο ΚΙΕ το 1999.
Η Ζωή Δελήμπαση σπούδασε Κοινωνιολογία και Κοινωνική Ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο McGill στο Μόντρεαλ. Έχοντας επιλεγεί να αναλάβει την θέση Αξιωματούχου για το Πρόγραμμα Μετανάστευσης στην Πρεσβεία του Καναδά στην Αθήνα, εγκαταστάθηκε το 1979 στην Ελλάδα. Το 1995, ορίστηκε Αξιωματούχος Πολιτικών και Δημοσίων Υποθέσεων, αρμόδια για θέματα τύπου και πολιτισμού, στην Πρεσβεία του Καναδά στην Αθήνα.
Παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι την συνταξιοδότηση της από την Δημόσια Υπηρεσία του Καναδά το 2020. Έχει μεγάλη εμπειρία στην διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων στις τέχνες του θεάματος, του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας και των εικαστικών τεχνών. Μεταξύ άλλων, ήταν υπεύθυνη για την συνεχή συμμετοχή του Καναδά στα Διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου και Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης , στο Φεστιβάλ Αθηνών και στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης. Ήταν υπεύθυνη για την προβολή εκδηλώσεων και πρωτοβουλιών της Πρεσβείας του Καναδά, συμπεριλαμβανομένης και της περιοδείας στη Β. Αμερική της έκθεσης “Οι Έλληνες: Από τον Αγαμέμνονα στον Μεγάλο Αλέξανδρο”.
Δημιούργησε το πρόγραμμα “Canadian Artist’s Residency” στο Μουσείο Βορρέ στην Αθήνα, ενώ είχε ενεργό ρόλο στην δημιουργία διμερών συνεργασιών μεταξύ καναδικών και ελληνικών πανεπιστημίων. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια και εργαστήρια στον Καναδά και στην Ευρώπη για θέματα επικοινωνίας καθώς και για την διοργάνωση και προβολή καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Έχει λάβει μέρος σε διεθνείς πολιτιστικές διοργανώσεις, όπως το CINARS Biennale και η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου στο Μόντρεαλ, καθώς και στα διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ και του Τορόντο.
Μιλάει αγγλικά, γαλλικά, ελληνικά και ιταλικά.
Eric Del Fabbro is a PhD candidate in the Department of Greek and Roman Studies at McMaster University. He is a writing a thesis entitled “Settlement dynamics in the ancient chora of Metaponto: An archaeological investigation into the social, political, and economic history of the countryside.” under the supervision of Dr. Spencer Pope.
The countryside around the ancient polis of Metaponto in southern Italy has been the subject of an intensive field survey aimed at understanding patterns of rural settlement from prehistory to the early modern period. Eric’s project uses the ceramic artifacts collected from the survey to identify the chronology and function of the rural sites. The countryside was occupied by a dense network of farmsteads, necropoleis, and sanctuaries from the Archaic to Hellenistic period. His research seeks to understand how changes in rural settlement over time were connected to broader political and social developments that affected the whole polis. It also investigates questions related to the production and exchange of pottery in the chora.
Thanks to the Neda and Franz Leipen Fellowship, Eric hopes to complete the writing of his dissertation and do supplementary research on Greek Hellenistic pottery. During his nine-month stay in Greece, he will not only have access to a wide array of publications at the Canadian Institute in Greece and other foreign institutes, but he will also be able to study ceramic artifacts in the storerooms of the Athenian Agora and other major collections.
Η Tammy Markov σπουδάζει επί του παρόντος για το πτυχίο της στις Κλασικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Waterloo στο Waterloo του Οντάριο. Η Tammy ενδιαφέρεται για τον εξελληνισμό του αρχαίου κόσμου, ιδίως κατά την ελληνιστική περίοδο, και για τη διερεύνηση διεπιστημονικών προσεγγίσεων στην αρχαιολογία.
Η Tammy συμμετείχε στο Θερινό Σχολείο Πελοποννήσου 2025 και ανυπομονεί να βυθιστεί περαιτέρω στον ελληνικό πολιτισμό για μια βαθύτερη κατανόηση τόσο του σύγχρονου όσο και του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο, κατά τη διάρκεια της πρακτικής της άσκησης, η Tammy ελπίζει να συνεχίσει να υποστηρίζει τη σύνδεση μεταξύ Ελλήνων και Καναδών ερευνητών και ιδρυμάτων.





